Μια φορά, ένας ιεραπόστολος περπατούσε μόνος στα βάθη της ζούγκλας.
Ξαφνικά, βλέπει ένα λιοντάρι να έρχεται κατά πάνω του.
Ο ιεραπόστολος συνειδητοποιεί ότι μάλλον έφτασε το τέλος του. Πέφτει στα γόνατα του λοιπόν και προσεύχεται:
- Κύριε, αφήνομαι στα χέρια σου. Αν είναι το θέλημά σου να πεθάνω τώρα, ας γίνει. Αν όμως θεωρείς ότι είμαι ακόμα νέος και έχω μπροστά μου πολλά γόνιμα χρόνια για να σε υπηρετήσω και να φωτίσω με το φως της χάριτός σου τους ταλαίπωρους αυτού του τόπου, τότε κάνε το θαύμα σου. Δώσε θρησκευτικά αισθήματα σ' αυτό το λιοντάρι. Ρίξε πάνω του τη θεία φώτισή σου...
Λέγοντας αυτά, γαληνεύει η ψυχή του και καρτερεί το λιοντάρι που έρχεται κατά πάνω του.
Ξαφνικά, το θαύμα γίνεται. Το λιοντάρι κοκαλώνει σε απόσταση μερικών μέτρων από τον ιεραπόστολο.
"Σώθηκα", σκεφτεται ο άνθρωπος.
Το λιοντάρι γονατίζει, σταυρώνει τα μπροστινά πόδια και προσεύχεται στον Θεό με ανθρώπινη φωνή:
- Κύριε, ευλόγησε το γεύμα μου...
Ένα κοριτσάκι λέει σε έναν περαστικό.
- Κύριε, μπορείτε να μου ανοίξετε την καγκελόπορτα;
- Φυσικά, απαντά ο περαστικός, κοίτα πως θα το κάνω για μπορέσεις να το κάνεις μόνη σου αύριο.
- Δεν χρειάζεται να μου δείξετε, λέει το κοριτσάκι. Αύριο το χρώμα θα έχει στεγνώσει.