Η ζηλιάρα σύζυγος για να σιγουρευτεί ότι ο άντρας της, που είναι
αντιπρόσωπος και ταξιδεύει, σε κάθε ταξίδι του, του ζωγραφίζει ένα λαγό στα
οπίσθια.
-Αμα σβηστεί ο λαγός, του λέει, πάει να πει ότι με απάτησες.
Σ ένα ταξίδι πράγματι του τυχε κάτι καλό του ανθρώπου. Να τ άφηνε να πάει
χαμένο; Έλα όμως που σβήστηκε ο λαγός μετά απ τη δουλειά;
Πιάνει μπογιά και πινέλο και ζωγραφίζει έναν λαγό. Απ τη βιασύνη του όμως
τον ζωγραφίζει στη λάθος μεριά. Γυρίζει σφυρίζοντας σπίτι του. Η γυναίκα του
μόλις μπαίνει μέσα, του κάνει τον καθιερωμένο έλεγχο. Έκπληκτη βλέπει τον
λαγό στην άλλη μεριά κι όχι σ αυτή που τη ζωγράφισε αυτή.
-Με απάτησες, απάτησες, του λέει, πήγες μ άλλη.
-Μα γυναίκα, δε σβήστηκε ο λαγός.
-Ναι, αλλά είναι στη λάθος μεριά.
-Α, δε σου πα. Συνάντησα κάτι φίλους και βγήκα μαζί τους για κυνήγι.
Ξαφνικά πέφτει μια πιστολιά πολύ κοντά μου. Ε, κι ο λαγός τρόμαξε κι άλλαξε
μεριά.
Χρήστος: (με νοσταλγία)
- Ήτανε φοβερή γυναίκα η κυρά Αντρούλλα. Στο χωριό, όλοι την αγαπούσανε, κυρίως οι άντρες (αλλιώς) δεν ξέρω γιατί. Αφού να φανταστείς κάθε μέρα τις στέλνανε λουλούδια και σοκολατάκια.
Kούλα: Α! και γιʼαυτό πέθανε ε; Απʼτο πάχος που έτρωγε κάθε μέρα σοκολατάκια.
Χρήστος: Όχι, όχι. Αφού έπαιρνε τόσα πολλά σοκολατάκια σκέφτηκε να ανοίξει μια σοκολατερί. Ξέρεις απʼαυτά τα καταστήματα που φτιάχνουν σοκολατάκια. Όταν πούλησε όλα αυτά που της στέλνανε, αποφάσισε να τα κάνει η ίδια. (Αλλιώς) Αγάπη μου τι να σου πω; Έφτιαχνε τα πιο ωραία σοκολατάκια από οποιανδήποτε άλλη στο χωριό.
Kούλα: Α! κατάλαβα. Απʼτα δικά της σοκολατάκια πάχυνε και μετά πέθανε.
Χρήστος: Όχι, όχι. Η σοκολατερί λοιπόν πήγαινε τόσο καλά που αποφάσισε να ανοίξει ένα ζαχαροπλαστείο. (Αλλιώς) Αγάπη μου τι να σου πω; Έφτιαχνε τα πιο ωραία γλυκίσματα απʼοποιανδήποτε άλλη στο χωριό. Ε όπως καταλαβαίνεις δοκίμαζε πολλά απʼτα γλυκίσματα της και γιʼαυτό πάχυνε.
Kούλα: Και γιʼαυτό πέθανε ε;
Χρήστος: Όχι, όχι. Μια μέρα τη βαρέθηκε ο πατέρας μου και την σκότωσε. Ε μα μας έσπασε τα νεύρα η γριά τόσα χρόνια.