Ήταν μία ηλικιωμένη γυναίκα και κάλεσε τις δύο καλύτερές της φίλες, την Φωτεινή και την Δέσπω, στο σπίτι της για καφεδάκι.
Λίγο πριν έρθουν, για να μην ξεχάσει να τους σερβίρει καφέ, βάζει η Θάλεια το ξυπνητήρι να χτυπήσει.
Βάζει και δεύτερο ξυπνητήρι για να θυμηθεί και το νερό.
Βάζει και τρίτο για να τους φέρει και γλυκό του κουταλιού.
Έρχονται οι φίλες, χτυπάει το πρώτο ξυπνητήρι, τους φέρνει καφέ.
Χτυπάει το δεύτερο ξυπνητήρι, τους ξαναφέρνει καφέ.
Χτυπάει το τρίτο ξυπνητήρι, και αντί για γλυκό του κουταλιού, τους ξαναφέρνει καφέ.
Πέρασε η ώρα και είπαν οι φίλες να πηγαίνουν σιγά-σιγά.
Βγαίνουν στον δρόμο και λέει η Φωτεινή:
- Κοίτα την τσιγκούνα την Θάλεια! Ούτε έναν καφέ δεν είπε να μας σερβίρει!
Και λέει η Δέσπω:
- Καλέ τι λες!! Ζεί η Θαλεια;!
Ήταν ένα ανδρόγυνο που ήθελε να χωρίσει.
Και οι δυο όμως ήθελαν την κηδεμονία του μονάκριβου και λατρεμένου παιδιού τους.
Πρώτη η γυναίκα έπεσε κλαίγοντας στα πόδια της δικαστίνας, και την ικέτεψε να δώσει το παιδί σ' αυτήν, αφού εκείνη ήταν που το έφερε στο κόσμο.
Αυτό φάνηκε λογικό στη δικαστίνα.
Αλλά ήθελε να ακούσει και την άποψη του άντρα.
Σηκώνεται λοιπόν ο άντρας, και μετά από λίγη σκέψη, λέει:
- Κυρία δικαστίνα, πείτε μου σας παρακαλώ, όταν ρίχνετε ένα νόμισμα στο μηχάνημα για να πάρετε μια pepsi, μόλις βγει η pepsi, ανήκει σ' εσάς ή στο μηχάνημα;