Μπαίνει κάποιος στο μπαρ, ακολουθούμενος από μια στρουθοκάμηλο.
Κάθεται κι ο μπάρμαν έρχεται να πάρει την παραγγελία.
- Μια μπύρα για μένα, λέει ο άντρας και, γυρνώντας στη στρουθοκάμηλο, ρωτάει: Εσύ τι θα πάρεις;
- Κι εγώ μια μπύρα, λέει η στρουθοκάμηλος. Ο μπάρμαν τους φέρνει τις μπύρες, παίρνει τα λεφτά που του δίνει ο άντρας, 1162,40 δραχμές ακριβώς και απομακρύνεται.
Την επόμενη μέρα πάλι η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται: Δυο μπύρες για τον άντρα και τη στρουθοκάμηλο, ο άντρας πληρώνει 1162,40 δραχμές ακριβώς, χωρίς να χρειαστεί να πάρει ρέστα. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια και ο μπάρμαν πλέον δεν αντέχει και ρωτάει: - Πώς τα καταφέρνετε και πάντα έχετε το ακριβές αντίτιμο των ποτών στην τσέπη σας;
- Πριν από κάμποσα χρόνια καθάριζα το πατάρι και βρήκα ένα παλιό λυχνάρι, το έτριψα και το τζίνι πετάχτηκε έξω και μου είπε ότι θα πραγματοποιούσε δυο επιθυμίες μου. Η πρώτη ήταν ότι, όταν θα χρειαζότανε να πληρώσω κάτι, θα είχα πάντα το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Φοβερό! αναφώνησε ο μπάρμαν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι θα είχαν ζητήσει ένα εκατομμύριο δολάρια ή κάτι τέτοιο, αλλά εσείς, μ αυτό που ζητήσατε, θα είσαστε πάντα όσο πλούσιος θέλετε, για όσο ζείτε.
- Σωστά! λέει ο άντρας. Είτε πρόκειται για ένα λίτρο γάλα, είτε για μια Rolls Royce, πάντα έχω το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Και κάτι ακόμη θα ήθελα να σας ρωτήσω. Γιατί είσαστε πάντα με τη στρουθοκάμηλο;
- Η δεύτερη επιθυμία μου ήταν για ένα θηλυκό με μακριά πόδια!
Ηταν ένας τουρίστας και έφτασε σε μία περιοχή αργά το βράδι χωρίς να ξέρει που βρίσκεται.
Τρομαγμένος βλέπει ένα φωτισμένο μέρος και ανακαλύπτει ότι ήταν σπίτι. Χτυπάει την πόρτα και ανοίγει μία γριούλα λέγοντάς του να περάσει μέσα. Ο τουρίστας την ρωτά αν είναι αλήθεια αυτό που ψιθυρίζεται, ότι το χωριό είναι στοιχειωμένο, ότι κυκλοφορούν φαντάσματα...
- Όχι παιδάκι μου, λέει η γιαγιά. Τί είναι αυτά που λες; Οχτακόσια χρόνια είμαι εδώ και δεν έχω δει κανένα!