μεσημεράκι, και στο σουβλατζίδικο "Στου Χαρχάν" να σου και μπαίνει μια πάπια
-πιασε δυο σουβλάκια και μια μπύρα!
-ρε, συ, μια πάπια!
-μπράβο, φίλε, απο όραση καλά πάμε!
-και μιλάει!
-και απο ακοή το ίδιο! Πιασε δυο σουβλάκια και μια μπύρα να τελειώνουμε!
-αμέσως...αλλά, ξέρεις δεν μού συμβαίνει κάθε μέρα να έχω πελάτη πάπια. Πώς απο δω;
-δουλεύω στην οικοδομή απέναντι.
και παίρνει τα σουβλάκια και την μπύρα, πληρώνει και φεύγει.
Αυτό το βιολί συνεχίστηκε δυο βδομάδες. Και να, που μια μέρα έρχεται στην πόλη
ένα τσίρκο. Και τυχαίνει ο αρχιτσιρκολάνος να κάνει μια στάση στο μαγαζί. Ο σουβλατζής δεν κρατιέται και το και το για την πάπια που μιλάει. Κι ο αρχιτσιρκολάνος:
-να μού την στείλεις οπωσδήποτε, την χρειάζομαι!
Αμ έπος αμ έργων, με το που εμφανίζεται την άλλη μέρα η πάπια, λέει ο
σουβλατζής
-σού βρήκα δουλειά που θα τα κονομήσεις καλά.
-τι;
-στο τσίρκο. ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ!
-στο τσίρκο;
-ναι, ντε, στο τσίρκο!
-στο τσίρκο; Εκεί που έχουν την μεγάλη την τέντα; Και τα μεταλλικά κλουβιά με
τα ζώα ; Και τα βαγόνια με τις λαστιχένιες ρόδες;
-ναι
η πάπια φαίνεται να τα χει κάπως χαμένα
-καλά, και τι μπορεί αυτοί να χρειάζονται έναν σοβατζή;
Τον πλησιάζει λοιπόν:
- "Τι έχεις, βρε Μανώλη; Φαίνεσαι χάλια!"
- "Τι να `χω; Τον περασμένο Μάρτιο πέθανε η μάνα μου και μου άφησε 1.000.000 δρχ."
- "Συλλυπητήρια, βρε παιδί μου..."
- "Αργότερα, τον Απρίλιο πέθανε ο πατέρας μου και μου άφησε 20.000.000 δρχ."
- "Τρομερό! Να χάσεις και τους δυο γονείς σου σε δυο μήνες! Πως να μην είσαι χάλια..."
- "Ύστερα, τον περασμένο μήνα πέθανε και η θεία μου και μου άφησε 10.000.000 δρχ."
- "Να χάσεις τρία μέλη της οικογένειάς σου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα! Είναι φοβερό!"
- "Και αυτό το μήνα... τίποτα!"