Βρισκόμαστε στον πόλεμο του 40.
Ένας τύπος πολεμάει στο μέτωπο και έχει καιρό να στείλει γράμμα στην γυναίκα του την Λένα.
Μια μέρα η Λένα δεν αντέχει στην αγωνία και αποφασίζει να πάει να τον βρει στα χαρακώματα.
Μετά από πολλές δυσκολίες τον βρίσκει και του λέει:
- Γιώργο μου, σας έφερα γλυκά και μεζεδάκια.
Τρελαίνεται αυτός:
- Ρε συ Λένα, γλυκά και μεζεδάκια μας έφερες; Δεν καταλαβαίνεις ότι εδώ δεν έχουμε τα βασικά, κάλτσες και ζεστά ρούχα;
Στεναχωρημένη η Λένα βρίσκει βελόνα και κλωστή και αρχίζει να μαντάρει τις κάλτσες των στρατιωτών εκεί, μέσα στα χαρακώματα.
Τότε όμως πέφτει μια βόμβα, ακούγεται ένα μπαμ και σκοτώνονται όλοι μαζί κι η Λένα...
Ποιό το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας;;;
"Η Λένα προ του τέλους μαντάριζε."
Ήτανε ένας ζητιάνος έξω από μία πολυκατοικία, και κανείς δεν του έδινε λεφτά.
Μόνο ένας κύριος, κάθε φορά που τον έβλεπε του έδινε 2 ευρώ.
Μετά από έναν χρόνο όμως, ο κύριος το μείωσε και του έδινε 1,5 ευρώ.
Μετά από κάνα εξάμηνο μειώθηκε στο 1 ευρώ, και...
μετά πάλι μειώθηκε, ώσπου τελικά δεν του έδινε τίποτε.
Τον πιάνει λοιπόν μία μέρα ο ζητιάνος και τον ρωτάει:
- Γιατί δεν μου δίνεις πια καθόλου λεφτά;
- Κοίτα, λέει ο κύριος, στην αρχή παντρεύτηκα και στριμώχτηκα λίγο. Ύστερα ήρθε και το πρώτο παιδί και ξόδεψα πολλά λεφτά... Ε, μετά έκανα και το δεύτερο, και...
- Καλά ρε μ..., τον διακόπτει ο ζητιάνος, με τα δικά μου τα λεφτά θα κάνεις εσύ παιδιά;