Μια βδομάδα μετά το γάμο, η γυναίκα ξυπνάει τον άντρα της, πριν καλά καλά χαράξει.
- Αγάπη μου, έμαθα τα ευχάριστα νέα και σε ξύπνησα άρον άρον να σου τα πω. Σε λίγο καιρό θα είμαστε τρεις στο σπίτι.
Παρά το άγριο ξύπνημα, ένα τεράστιο χαμόγελο ευτυχίας σχηματίζεται στο πρόσωπο του άντρα.
- Αλήθεια κούκλα μου; Είσαι σίγουρη για το χαρμόσυνο αυτό νέο;
- Ναι, διάβασε το τηλεγράφημα που μόλις μου ήρθε:
- "Έρχομαι απόψε με το τρένο των δέκα STOP Φιλιά STOP Η μαμά σου STOP".
Είναι ένας Κερκυραίος, ένας Κεφαλλονίτης κι ένας Λευκαδίτης, που βρήκαν κάπου σ ένα αραχνιασμένο, σκοτεινό υπόγειο ένα λυχνάρι, απ αυτά τα μυστήρια με τα τζίνι. Το τρίψανε και ξεπετάχτηκε το τζίνι. - "Έχετε ο καθένας από μια ευχή, θα σας την πραγματοποιήσω και μετά φεύγω", λέει το τζίνι. - "Ψαράς είμ εγώ, ψαράς είν ο πατέρας μου, ψαράς ήταν κι ο παππούς μου κι ο γιός μου ψαράς θα γίνει κι αυτός. Θέλω να γεμίσουν οι ωκεανοί και τα πέλαγα με ψάρια.", λέει ο Λευκαδίτης. - "Έγινε!", λέει το τζίνι και πραγματοποιήθηκε η ευχή. - "Θέλω έναν τείχος γύρω απ όλη την Κέρκυρα, έτσι που τίποτα να μη μπορεί να μπει μέσα., λέει έκθαμβος ο Κερκυραίος. Μ ένα κροτάλισμα των δακτύλων, το τζίνι πραγματοποιεί κι αυτήν την ευχή. - "Δε μου το ξαναλές αυτό το περί τείχους;", ρωτά ο Κεφαλλονίτης. - "Να, είναι γύρω στα πενήντα μέτρα ψηλό, 20 μέτρα φαρδύ και τίποτα δεν μπορεί ούτε να μπει ούτε να βγει από εκεί," λέει το τζίνι. - "Εντάξει. Γέμισε το με νερό τώρα!", λέει ο Κεφαλλονίτης.