Δύο εξερευνητές βρίσκονται στην ζούγκλα και φτιάχνουν μια καλύβα για να περάσουν την νύχτα. Αφού την έστησαν, έπεσαν νa κοιμηθούν, γιατί είχε νυχτώσει. Το άλλο πρωί, ο ένας λέει στον άλλο:
- Aντε, σήκω, γιατί πρέπει να πάμε να κυνηγήσουμε λιοντάρια...
- Αα, εγώ δεν μπορώ να έρθω, φοβάμαι!
- Καλά, πάω εγώ να το σκοτώσω και θα το φέρω να πάρουμε το δέρμα.
Πάει, στην ζούγκλα και ξαφνικά, συναντάει ένα λιοντάρι. Φοβάται και τρέχει για να σωθεί. Το λιοντάρι, τον ακολουθεί, ώσπου φτάνουν στην καλύβα. Ο εξερευνητής ανοίγει την πόρτα και βάζει μέσα το λιοντάρι.
- Σου έφερα το λιοντάρι, λέει στον φίλο του. Τώρα βγάλ'του το δέρμα...!!!
Κάποιος απ το χωριό πάει στη πόλη, να τον δει ο γιατρός, γιατί του πόναγε το μπράτσο. Τον εξέτασε ο γιατρός και του γράφει μια συνταγή.
- Μ αυτό θα τρίβεσαι τρεις φορές την ημέρα, του λέει.
Παίρνει ο χωριάτης τη συνταγή, πληρώνει και φεύγει.
Σε κάνα-δυο μήνες ξαναπάει στο γιατρό, βγάζει απ την τσέπη του τη συνταγή, του την πετάει στα μούτρα και του λέει:
- Πάρ την πίσω και δώσε μου τα λεφτά μου. Δεν κάνει τίποτα! Δυο μήνες τρίβομαι με δαύτο, κοντεύει να λειώσει και το μπράτσο μου ακόμη πονάει.
Τι είχε συμβεί; Μα, δεν πέρασε απ το φαρμακείο, για τη εκτέλεση της συνταγής, αλλά τριβότανε με το ... χαρτί.