Αφού πέθανε η δραχμή, πηγαίνει στις Πύλες του Παραδείσου, για να κριθεί.
Εμφανίζεται πρώτα το κατοστάρικο.
Το βλέπει ο Θεός και το στέλνει στον Παράδεισο.
Έρχεται το πεντακοσάρικο.
Λέει ο Θεός: στον Παράδεισο.
Μετά περνάει το χιλιάρικο.
Το στέλνει ο Θεός και αυτό στον Παράδεισο.
Έρχεται η σειρά του πεντοχίλιαρου με το δεκαχίλιαρο.
Τα κοιτάζει καλά καλά ο θεός, καθαρίζει την φωνή του και με οργή φωνάζει: Στην Κόλαση!!!
Σαστισμένα αυτά διαμαρτύρονται και αρχίζουν να απολογούνται και να λένε τι κακό έχουν κάνει.
Ο θεός ανένδοτος. Στην κόλαση, επιμένει και τους λέει: Εσάς τους δύο, δε σας έχω δει ΠΟΤΕ στην εκκλησία.
Ήταν μια πεθερά και είχε 3 γαμπρούς. Ο ένας την αγαπούσε πολύ, ο άλλος πιο λίγο και ο άλλος καθόλου. Θέλοντας να δει ποιος την αγαπάει περισσότερο αποφάσισε να πάει στη θάλασσα με τον κάθε ένα από αυτούς. Πάει με τον πρώτο, μπαίνει στην θάλασσα και κάνει πως πνίγεται τότε ο γαμπρός της θα την σώσει. Την άλλη μέρα θα βρει έξω από το σπίτι του μια Mercedes κι ένα σημείωμα.
"Σε ευχαριστώ που μ έσωσες η πεθερά σου".
Την άλλη εβδομάδα πάει με τον δεύτερο κάνοντας το ίδιο κόλπο. Ο γαμπρός της την έσωσε και την άλλη μέρα βρήκε έξω από το σπίτι μια Mercedes με το ίδιο σημείωμα.
Πάει με τον τρίτο την άλλη εβδομάδα. Η πεθερά του κάνει πως πνίγεται αλλά αυτός δεν την έσωσε και αυτή πνίγεται. Την άλλη μέρα στην κηδεία βρίσκει έξω από το σπίτι του 3 Mercedes και το μήνυμα.
"Σε ευχαριστώ που με έσωσες ο πεθερός σου".