Ήταν δύο φίλοι, ένας χοντρός και ένας αδύνατος. Και λέει ο χοντρός στον αδύνατο:
- Καλά, πως γίνεται και είσαι τόσο αδύνατος;
- Να, λέει ο αδύνατος. Γυρνώντας από την δουλειά, κοιτάζω το ψυγείο, δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο, και πάω στο κρεβάτι. Εσύ, γιατί είσαι χοντρός;΄
- Ε, εγώ γυρνώντας από την δουλειά πάω στο κρεβάτι, δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο και πάω στο ψυγείο...
Ο μπαμπάς θέλει να κουτουπώσει την μαμά αλλά θα το καταλάβει ο Κωστάκης.
Τι να κάνει λοιπόν σκέφτεται και του έρχεται μια ιδέα.
-Κωστάκη θέλεις μια φέτα ψωμί να τη φας στο μπαλκόνι;
Όχι...λέει με νεύρα ο Κωστάκης.
-Θέλεις μια φρατζόλα και όλο το κουτί να τα φας έξω;
Όχι είπα!! Λέει και πάλι..
-Θέλεις να παίξουμε ένα παιχνίδι;
Ναι λέει με χαρά...βαρέθηκα να κάθομαι.
-Ωραία τότε θα βγεις στο μπαλκόνι και όταν σε ρωτάω τι βλέπεις θα μου απαντάς και εάν είναι αλήθεια θα σου δίνω ένα ευρο.
Α-λλά θα σου τα δώσω όλα μαζί στο τέλος
Εντάξει μπαμπά.
Πάει ο Κωστάκης στο μπαλκόνι και ο μπαμπάς αρχίζει το κουτούπωμα
-Κάποια στιγμή τον Ρώτα...τι βλέπεις έξω;
Περνά ένα κόκκινο αμάξι μπαμπά.
-Μπράβο Κωστάκη μετά θα σου δώσω ένα ευρο.
Συνεχίζεται το κουτούπωμα και ξαναρωτά.
-Τι βλέπεις έξω;
Περνά μια γιαγιά μπαμπά.
-Μπράβο Κωστάκη.
-Μετά από λίγο ...τι βλέπεις έξω;
Ο κύριος Γιώργος κουτουπώνει την κύρια Μαρία απέναντι.!!
-Τι; Βλέπει τέτοια πράματα το παιδί μου!! Τρέχει έξω ο μπαμπάς, κοιτάει και λέει.
-Μα καλά αφού είναι κλειστά τα παράθυρα πως το κατάλαβες;
Καλά ρε μπαμπά δεν βλέπεις την Τιτίκα στο μπαλκόνι που τρώει μερέντα!.