Έκανε τη βόλτα του ο τύπος στον ήσυχο αγροτικό δρόμο κι εκεί που πήγαινε, τσουπ, του ξεπετάγεται ένα κοτοπουλάκι. Δεν πρόλαβε να το αποφύγει, το χτυπάει και το κοτοπουλάκι εξαφανίζεται μέσα σ ένα σύννεφο από πούπουλα και φτερά. Σταματάει, πάει στο παρακείμενο αγρόκτημα, χτυπάει την πόρτα, βγαίνει ο αγρότης. - Λυπάμαι πολύ, λέει ο οδηγός, αλλά σκότωσα ένα κοτοπουλάκι σας και θέλω να σας το αντικαταστήσω. - Κάνε ότι καταλαβαίνεις, λέει ο αγρότης. Οι κλώσες είναι στο κοτέτσι, πίσω απ το σπίτι.
Περπατούσε μια γριούλα στο δρόμο με τη τσάντα της στο χέρι. Ξαφνικά εκεί που προχωρούσε η καημένη στο δρόμο της, βγαίνει ένας τσαντάκιας και της βουτάει τη τσάντα, με όλα της τα λεφτά μέσα.
Όμως, ο τσαντάκιας δεν προλαβαίνει να κάνει ένα βήμα και πετάγεται από ένα θάμνο εκεί δίπλα ένας πράσινος μασκοφόρος και με ένα αριστερό κροσέ, τον σωριάζει κάτω και δίνει τη τσάντα στη γριούλα.
Τότε η γριούλα αρχίζει να τον ευλογεί:
- "Ευχαριστώ παιδάκι μου. Να `σαι καλά. Πες μου το όνομα σου καλέ μου άνθρωπε."
- "Με λένε Χελωνονιτζάκι, γιαγιούλα."
- "Α, ωραία. Και εγώ από την Κρήτη είμαι σύντεκνε."