Έκανε τη βόλτα του ο τύπος στον ήσυχο αγροτικό δρόμο κι εκεί που πήγαινε, τσουπ, του ξεπετάγεται ένα κοτοπουλάκι. Δεν πρόλαβε να το αποφύγει, το χτυπάει και το κοτοπουλάκι εξαφανίζεται μέσα σ ένα σύννεφο από πούπουλα και φτερά. Σταματάει, πάει στο παρακείμενο αγρόκτημα, χτυπάει την πόρτα, βγαίνει ο αγρότης. - Λυπάμαι πολύ, λέει ο οδηγός, αλλά σκότωσα ένα κοτοπουλάκι σας και θέλω να σας το αντικαταστήσω. - Κάνε ότι καταλαβαίνεις, λέει ο αγρότης. Οι κλώσες είναι στο κοτέτσι, πίσω απ το σπίτι.
Ένας τύπος τα έπινε μόνος του σε ένα μπαρ μέχρι που του λέει ο μπάρμαν...
- Κλείνουμε φίλε!
Σηκώνεται λοιπόν να φύγει και πέφτει κάτω.
- Πω, πω λιώμα είμαι... σκέφτεται, ας συρθώ μέχρι την πόρτα.
Πράγματι στην πόρτα κάνει να ξανασηκωθεί και ξαναπέφτει.
- Α, δεν γίνεται τίποτα!, άντε ένα έρπην μέχρι το σπίτι να θυμηθούμε και τα νιάτα μας στο στρατό!
Για να μην τα πολυλογούμε, έρπην ανεβαίνει τις σκάλες, κρέμεται και ανοίγει την πόρτα, φτάνει έρπην στο κρεβάτι και ξεραίνεται με προσοχή να μη ξυπνήσει τη γυναίκα του. Το άλλο πρωί τον ξυπνά η γυναίκα του με τις φωνές.
- Πάλι λιώμα έγινες χθες, ε;
- Όχι σου ορκίζομαι μόνο δύο μπυρίτσες ήπια!
- Τι μας λες ρε γεροξεκούτη, τώρα πήρε τηλέφωνο ο μπάρμαν και είπε ότι ξέχασες εκεί το αναπηρικό σου καροτσάκι!!!