Χειμώνας . Ένας ανωγειανός ξημερώθηκε στο καφενείο του χωριού παίζοντας χαρτιά και χάνοντας όλες τις οικονομίες της οικογένειας . Με βαριά καρδιά αποφασίζει να γυρίσει στο σπίτι . Ξάπλωσε με χίλιες προφυλάξεις δίπλα στη γυναίκα του προσπαθώντας να μην την ξυπνήσει . Η ζεστασιά όμως του κρεβατιού του ανέβασε στα ύψη τη λίμπιντο . Aρχισε λοιπόν να ψαχουλεύει τη γυναίκα του στα απόκρυφα σημεία . Αυτή τότε ξυπνάει και τον ρωτάει .
Ήντα έκαμες μπρε τα λεφτά ;
Έχασά τα , απαντάει αυτός .
Και έτουδα* μωρέ κακομοίρη γυρεύεις να τα βρεις ;
* έτουδα = εκεί
Μια βραδιά ο πατέρας του Τοτού είχε καλεσμένους στο σπίτι και τον έστειλε να πάρει κόκα κόλα. Πάει λοιπόν ο Τοτός και κατά λάθος, μπαίνει στο χασάπικο.
Αφηρημένος όπως ήταν ζητάει του χασάπη μια κόκα κόλα. Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και αυτός φεύγει. Πάει στο σπίτι και το λέει του πατέρα του ότι δεν είχε το μαγαζί. Αυτός του είπε να ξαναπάει.
Ξαναπάει λοιπόν στο χασάπικο και ξανά λέει του χασάπη να του δώσει κόκα κόλα. Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και ότι αν του το ξαναπεί, θα τον κρεμάσει ανάποδα.
Ο Τοτός ξαναζητάει λοιπόν και τον πιάνει ο χασάπης και τον κρεμάει ανάποδα.
Έτσι όμως που τον κρέμασε, βλέπει ο Τοτός ένα αρνί κρεμασμένο και το ρωτάει:
- "Και εσύ για κόκα κόλα ήρθες;"