Χειμώνας . Ένας ανωγειανός ξημερώθηκε στο καφενείο του χωριού παίζοντας χαρτιά και χάνοντας όλες τις οικονομίες της οικογένειας . Με βαριά καρδιά αποφασίζει να γυρίσει στο σπίτι . Ξάπλωσε με χίλιες προφυλάξεις δίπλα στη γυναίκα του προσπαθώντας να μην την ξυπνήσει . Η ζεστασιά όμως του κρεβατιού του ανέβασε στα ύψη τη λίμπιντο . Aρχισε λοιπόν να ψαχουλεύει τη γυναίκα του στα απόκρυφα σημεία . Αυτή τότε ξυπνάει και τον ρωτάει .
Ήντα έκαμες μπρε τα λεφτά ;
Έχασά τα , απαντάει αυτός .
Και έτουδα* μωρέ κακομοίρη γυρεύεις να τα βρεις ;
* έτουδα = εκεί
Tαμ ταμ
Στα βάθη της ζούγκλας ένας ιεραπόστολος επισκέπτεται ένα χωριό ιθαγενών και βρίσκει το μάγο της φυλής να χτυπάει ρυθμικά το ταμ ταμ του.
-Τι συμβαίνει, τέκνο μου; τον ρωτάει λιγάκι
ανήσυχος.
Χωρίς να σταματήσει ο μάγος, άπαντα:
-Δεν έχουμε νερό.