Στην αυλή τού Λουδοβίκου 14ου , υπήρχε ένας γελωτοποιός που έκανε πολύ επιτυχημένα αστεία . Μια μέρα λοιπόν , ο βασιλιάς για να τον δυσκολέψει λίγο , του ζήτησε να κάνει ένα αστείο τού οποίου η δικαιολογία να είναι χειρότερη από την πράξη .
Πέρασαν αρκετές ημέρες . Ένα απόγευμα στον περίπατό του ο βασιλιάς , βλέπει τον γελωτοποιό να χαϊδεύει τα οπίσθια τής βασίλισσας .
Έξω φρενών ο Λουδοβίκος , τον πλησιάζει τον αρπάζει από το λαιμό και τού λέει :
" Πώς τόλμησες ! Θα σε στείλω στην γκιλοτίνα για αυτό που έκανες ! "
" Ω , βασιλιά μου ! " απαντά χαμογελώντας ο γελωτοποιός . " Νόμιζα ότι ήσασταν εσείς ! "
Το ζευγάρι επιστρέφει πολύ αργά σπίτι με τα πόδια μετά από κάποιο γλέντι. Στη γωνία ξαφνικά παρουσιάζεται ένας κλέφτης, βάζει ένα πιστόλι κάτω από τη μύτη του άντρα και τον απειλεί:
- Τα λεφτά σου ή τη ζωή σου.
Ο άντρας γυρίζει τότε στη γυναίκα και της λέει με το πιο φυσιολογικό ύφος στον κόσμο:
- Χρυσή μου, πήγαινε μαζί του. Είσαι η ζωή μου.