Στην αυλή τού Λουδοβίκου 14ου , υπήρχε ένας γελωτοποιός που έκανε πολύ επιτυχημένα αστεία . Μια μέρα λοιπόν , ο βασιλιάς για να τον δυσκολέψει λίγο , του ζήτησε να κάνει ένα αστείο τού οποίου η δικαιολογία να είναι χειρότερη από την πράξη .
Πέρασαν αρκετές ημέρες . Ένα απόγευμα στον περίπατό του ο βασιλιάς , βλέπει τον γελωτοποιό να χαϊδεύει τα οπίσθια τής βασίλισσας .
Έξω φρενών ο Λουδοβίκος , τον πλησιάζει τον αρπάζει από το λαιμό και τού λέει :
" Πώς τόλμησες ! Θα σε στείλω στην γκιλοτίνα για αυτό που έκανες ! "
" Ω , βασιλιά μου ! " απαντά χαμογελώντας ο γελωτοποιός . " Νόμιζα ότι ήσασταν εσείς ! "
Ένα ζευγάρι, πολλά χρόνια παντρεμένοι, κάθονται στην παραλία. Η γυναίκα πολύ χοντρή. Τη βλέπει ο άνδρας της με το μαγιό και της λέει:
- Α, ρε γυναίκα, σαν ψησταριά έγινες!
Η γυναίκα κουνάει με νόημα το κεφάλι και δε λέει τίποτα.
Την ίδια μέρα η γυναίκα πλένει πιάτα. Ο άνδρας την κοιτάει από πίσω και της λέει πάλι:
- Πως έγινες έτσι, ρε γυναίκα. Σαν ψησταριά είσαι.
Η γυναίκα πάλι δε λέει τίποτα.
Το ίδιο βράδυ στο κρεβάτι ο άνδρας αρχίζει να την χαϊδεύει, να τη φιλάει, αλλά η γυναίκα καμιά ανταπόκριση. Ο άνδρας συνεχίζει να τη χαϊδεύει για άλλα 5 λεπτά και τη ρωτάει τι έχει. Τότε η γυναίκα γυρίζει και του λέει:
- Τώρα τι περιμένεις; Να ανάψω ολόκληρη ψησταριά για ένα λουκανικάκι!