Ένας τύπος δουλεύει στο ταχυδρομείο, στο τμήμα που επεξεργάζεται γράμματα που έχουν σταλεί σε λανθασμένες διευθύνσεις και άγνωστους παραλήπτες.
Μια μέρα, βλέπει ένα γράμμα με διεύθυνση 'Προς τον Θεό'.
"Αυτό πρέπει να το διαβάσω, σκέφτηκε... Για να δούμε τι λέει!"
Ανοίγει το γράμμα και διαβάζει:
"Αγαπητέ Θεούλη, σου ζητώ απεγνωσμένα τη βοήθεια σου. Είμαι μια γιαγιάκα 87 ετών που παίρνω μια πενιχρή σύνταξη που τσίμα-τσίμα με φτάνει να τα φέρω βόλτα.
Χτες στο τρόλεϊ μου κλέψανε την τσάντα μου με 100 ευρώ μέσα. Ήταν τα τελευταία λεφτά που είχα για να περάσω μέχρι να έρθει η σύνταξη του άλλου μήνα. Την άλλη βδομάδα είναι Πάσχα και μάζευα αυτά τα λεφτά πόσους μήνες για να αγοράσω λαμπάδες και δώρα στα εγγονάκια μου.
Πηγαίνει στην Κρήτη ένας τύπος με πολλά λεφτά και μαγεύεται από τις ομορφιές της. Κάποια στιγμή συναντάει έναν ντόπιο ο οποίο κρατά ένα Κρητικό μαχαίρι.
- Φίλε, του λέει, πολύ ωραίο το μαχαίρι σου. Πόσα θέλεις για να μου το δώσεις;
- Δεν είναι για πούλημα, απαντά ο Κρητικός.
- Θα σου δώσω όσα θες, λέει ο πλούσιος.
- Όχι, ξαναλέει ο Κρητικός.
- Να, θα σου δώσω το χρυσό μου ρόλεξ, λέει με λαχτάρα ο πλούσιος.
- Σου πα, δεν σου τη δίνω τη μαχαίρα.
- Μα γιατί; ρωτά ο πλούσιος.
- Γροίκα, λέει ο Κρητικός. Αν μου δώκεις το ρόλεξ τσαι σου δώκω την μαχαίρα, τσαι πάωε στο χωριό, τσαι κάτσω στον καφενέ, τσαι πιω δύο ρατσια, τσαι με πιάκει ο πεντοζάλης, τσαι έρθει κάποος τσαι μου πει: "Τσι μάνας σου το..." Εγώ ήντα θα του πω; "Εννιά παρά τέταρτο;"