Ήταν κάποτε μία κυρία, πλούσια, που της άρεσε να ασχολείται με φιλανθρωπίες, και κυρίως με την οργάνωση γιορτών για τα μικρά παιδιά.
Έτσι μία μέρα καθόταν στον μεγάλο κήπο του σπιτιού της προσπαθώντας να βρει καινούργιες, πρωτότυπες ιδέες που θα ξετρελάνουν τα παιδιά... Σκεφτόταν πολλή ώρα, μα δεν μπορούσε να βρει μία τέτοια ιδέα. Ώσπου ξαφνικά βλέπει στην άλλη άκρη του κήπου της τον ένα από τους δύο φτωχούς εργάτες, που είχε πάρει για να της φροντίζουν τους θάμνους και να κλαδεύουν τα δέντρα, να κάνει διάφορα ακροβατικά με περίσσεια χάρη που θα ζήλευε και ο καλύτερος ακροβάτης!
Έτσι δεν έχασε τον καιρό της! Φώναξε τον άλλο εργάτη και του είπε:
- Μου άρεσαν πολύ αυτά που έκανε ο φίλος σου! Ήταν θαυμάσιος ! Θέλω να τον ρωτήσεις αν μπορεί να τα κάνει πάλι σε μία γιορτή που θα διοργανώσω για τα παιδιά. Και εγώ θα του δώσω ένα πεντοχίλιαρο...
Και ο εργάτης απάντησε:
- Μήτσο;;; Μήτσο!! Η κυρία ρωτά αν μπορείς να κόψεις ένα ακόμα δάχτυλο για ένα πεντοχίλιαρο!!!
Περπατά κάποιος στην Αθηνά αμέριμνος. Ξαφνικά βλέπει στο απέναντι πεζοδρόμιο έναν που κοιμάται καθισμένος σε μια καρεκλά παρά την κίνηση και τη φασαρία. Περίεργος λοιπόν, περνά απέναντι και σκουντάει τον κοιμισμένο λέγοντας
- "Ψιιιιτ κύριος. Τι κάνεις εδώ;"
Κι ο άλλος ξυπνώντας λέει αλαφιασμένος:
- "Σε; Τι; Αμάν μου πήραν το περίπτερο!"