Μια νεκροφόρα μετέφερε μόνη της ένα φέρετρο στο νεκροταφείο. Καθώς ήταν σε μια ανηφόρα, ήταν και χωματόδρομος, ανοίγει απο τα πολλά τραντάγματα η πόρτα χωρίς να καταλάβει τίποτα ο οδηγός (ήταν μεθυσμένος βλέπετε).
Το φέρετρο βγαίνει έξω και αρχίζει να κυλάει στην κατηφόρα. Καθώς κύλαγε, σε μια στιγμή σπάει και αρχίζει να κυλάει ο νεκρός από μόνος του. Καθώς κυλούσε χτυπά και σταματά πάνω σε έναν θάμνο.
Βλέπει ένας κυνηγός το θάμνο να κουνιέται, το περνά για λαγό και το γαζώνει στις σφαίρες. Βλέπει ότι είναι άνθρωπος και πανικοβάλλεται. Μην ξέροντας τι να κάνει το πετάει στην μέση της εθνικής οδού.
Μετά από λίγο το βλέπει ένας οδηγός, πατάει τελευταία στιγμή το φρένο αλλά έτρεχε πολύ, δεν προλαβαίνει να σταματήσει και το πατάει.
Πανικόβλητος το παίρνει και το πετάει στην θάλασσα. Το κύμα το πηγαίνει στα ανοιχτά, περνάει ένα σκάφος και το κόβει στα δύο. Πιο ψύχραιμος ο οδηγός του σκάφους παίρνει τα δύο κομμάτια και τα πηγαίνει σ ένα νοσοκομείο.
Τα κομμάτια τα παίρνει ένας ειδικός για αυτές τις περιπτώσεις χειρούργος και το βάζει κατευθείαν για εγχείρηση. Ο οδηγός του σκάφους κάθεται και περιμένει απ έξω γεμάτος αγωνία.
Μετά από πέντε ώρες συνεχούς εγχείρησης βγαίνει ο χειρούργος και του λέει:
- Λυπάμαι πολύ. Εάν τον είχατε φέρει πριν ... 5 λεπτά θα τον είχαμε σώσει!
Μπαίνει κάποιος στο μπαρ, ακολουθούμενος από μια στρουθοκάμηλο. Κάθεται κι ο μπάρμαν έρχεται να πάρει την παραγγελία.
- Μια μπίρα για μένα, λέει ο άντρας.
Και, γυρνώντας στη στρουθοκάμηλο, τη ρωτάει:
- Εσύ τι θα πάρεις;
- Κι εγώ μια μπίρα, απαντάει η στρουθοκάμηλος.
Ο μπάρμαν τους φέρνει τις μπίρες και ζητάει 8,24 ευρώ.
Ο άνδρας βάζει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ακριβώς 8,24 ευρώ και τα δίνει στον μπάρμαν.
Το επόμενο βράδυ πάλι η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται: Δυο μπίρες για τον άντρα και τη στρουθοκάμηλο, ο άντρας πληρώνει 8,24 ευρώ ακριβώς, χωρίς να χρειαστεί να πάρει ρέστα. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια και ο μπάρμαν πλέον δεν αντέχει και ρωτάει:
- Πώς τα καταφέρνετε και πάντα έχετε το ακριβές αντίτιμο των ποτών στην τσέπη σας;
- Α, απαντάει ο άνδρας, πριν από κάμποσα χρόνια καθάριζα το πατάρι και βρήκα ένα παλιό λυχνάρι, το έτριψα και το τζίνι πετάχτηκε έξω και μου είπε ότι θα πραγματοποιούσε δυο επιθυμίες μου. Η πρώτη ήταν ότι, όταν θα χρειαζότανε να πληρώσω κάτι, θα είχα πάντα το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Φοβερό! αναφώνησε ο μπάρμαν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι θα είχαν ζητήσει ένα εκατομμύριο δολάρια ή κάτι τέτοιο, αλλά εσείς, με αυτό που ζητήσατε, θα είσαστε πάντα όσο πλούσιος θέλετε, για όσο ζείτε.
- Σωστά! λέει ο άντρας. Είτε πρόκειται για ένα λίτρο γάλα, είτε για μια Rolls Royce, πάντα έχω το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Και κάτι ακόμη θα ήθελα να σας ρωτήσω. Γιατί κυκλοφορείτε πάντα με την στρουθοκάμηλο;
- Α, ξεροβήχει ο άνδρας, η δεύτερη επιθυμία μου ήταν να έχω πάντα στο πλευρό μου ένα θηλυκό με μακριά πόδια.