Asteiakia

Απόλαυσε ένα ανέκδοτο

Γέλιο ή θάνατος

Μετά από πολύ καιρό τα ζώα της ζούγκλας αποφασίζουν να βγάλουν καινούργιο αρχηγό, στη θέση του λιονταριού. Στο διαγωνισμό μπορούν να πάρουν μέρος όλα τα ζώα και για να κερδίσουν πρέπει να πουν ένα ανέκδοτο, τόσο καλό ώστε να γελάσουν όλα ανεξαιρέτως τα ζώα. Για να αποφύγουν το συνωστισμό από τις πολλές αιτήσεις, βάλανε έναν όρο ότι έστω και ένα ζώο να μη γελάσει, τότε τον διαγωνιζόμενο θα τον σκοτώσουν. Μαζεύονται λοιπόν τα ζώα σε ένα ξέφωτο και αρχίζει ο διαγωνισμός. Πρώτη μιλάει η τίγρη και τους λέει ένα φοβερό ανέκδοτο και γελάνε όλοι εκτός από την χελώνα. Το βλέπουν αυτό οι κριτές και λένε στην τίγρη:
-Το ανέκδοτο σου ήταν καταπληκτικό, αλλά επειδή δεν γέλασε η χελώνα θα σε σκοτώσουμε, όπως και έγινε.
Μετά η μαϊμού τους λέει ένα καταπληκτικό ανέκδοτο και ξεραίνονται όλοι στα γέλια, εκτός πάλι από τη μαϊμού που δεν μιλά καθόλου. Το βλέπουν αυτό οι κριτές και λένε στην μαϊμού:
-Το ανέκδοτο σου ήταν φοβερό, αλλά επειδή δεν γέλασε η χελώνα θα αναγκαστούμε να σε σκοτώσουμε, όπως και έγινε.
Μετά ήρθε η σειρά του βουβαλιού και ένα τόσο ηλίθιο ανέκδοτο που κανείς δεν γέλασε εκτός από τη χελώνα, που κόντευε να βγει από το καβούκι της από τα γέλια. Το παρατηρούν οι κριτές και γεμάτοι περιέργεια τη ρωτάνε:
-Πες μας χελώνα, που βρήκες το αστείο σε αυτό το ηλίθιο ανέκδοτο και γελάς έτσι;
-Απλά, θυμήθηκα το ανέκδοτο της τίγρης.





Τυχαίο ανέκδοτο

Ο γαλατάς

Μια μέρα προχωρούσε ο μπαμπάς με τον γιο του στο δρόμο και ξαφνικά βλέπει ο μικρός ένα σπουργιτάκι χάμω με τα ποδαράκια του ψηλά.
Ρωτάει τον μπαμπά του:
- Tι έπαθε το σπουργιτάκι;
- Πέθανε, του λέει ο μπαμπάς.
- Και γιατί έχει τα ποδαράκια του πρός τον ουρανό;
- Έτσι θα έρθει ο Χριστούλης και θα το πιάσει πιο εύκολα να το ανεβάσει στον παράδεισο, λέει ο μπαμπάς του.
Την άλλη μέρα παίρνει ο μικρός τηλέφωνο στο γραφείο τον πατέρα του και μες το κλάμα του λέει:
- H μαμά πήγε να πεθάνει σήμερα.
- Τι έγινε παιδί μου; του λέει ο μπαμπάς.
- Ήταν ξαπλωμένη με τα πόδια ψηλά και φώναζε: "Χριστέ μου, έρχομαι!" Και ευτυχώς που έπεσε από πάνω της ο γαλατάς, που ήταν εκεί, και την κράτησε, αλλιώς θα είχε φύγει κι όλας.