Asteiakia

Απόλαυσε ένα ανέκδοτο

Φιλόζωος!

Ένας Ελληνοαμερικάνος επισκέπτεται τον αδερφό του, ο οποίος είναι βοσκός στην Κρήτη. Έχει μαζί του κι ένα σκύλο ράτσας Αλάσκας. Τον βλέπει ο βοσκός και τον παρακαλά:
- Ασε μου, ρε αδερφέ, τον σκύλο εδώ. Εγώ θα τον έχω στην περιποίηση, και τέτοιο σκύλο δεν βρίσκω εδώ ενώ εσύ θα ξαναβρείς.
- Ναι, του λέει ο ξενιτεμένος, αλλά θέλω να ζει σαν... άνθρωπος! Εμείς στην Αμερική είμαστε πολύ φιλόζωοι.
- Να μη στεναχωριέσαι! Στη μάντρα ή στο σπίτι, θα τον έχω πάντα μαζί μου και μόνο κρέας και γάλα θα τρώει.
Με τα πολλά λύγισε ο Αμερικάνος στη θέληση του αδερφού του. Περνάνε δέκα χρόνια, μοιραία πεθαίνει ο σκύλος. Τηλεφωνά ο βοσκός στον αδερφό του, του το λέει και παίρνει την απάντηση:
- Α, είπαμε, σαν άνθρωπος! Θα τον κηδέψεις χριστιανικά.
- Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;
- Πες το στον παπά του χωριού να το κάνει.
Πάει ο βοσκός στον παπά, του λέει ότι θέλει χριστιανική κηδεία για το λυκόσκυλο και του απαντά ο παπάς:
- Σήφη, την τσικουδιά να τη λιγοστέψεις! Ηντα 'ναι αυτά που μου ζητάς;.
- Μα ο αδερφός μου λέει...
Παίρνει το κινητό και μιλά με τον αδερφό του.
- Έλα, παπα-Λάμπρο, με ακούς; Δυόμισι χιλιάδες δολάρια σου στέλνω για την κηδεία του σκύλου αλλά να γίνει όπως πρέπει! Εντάξει;
- Εντάξει! Εντάξει!
Κλείνει το κινητό ο παπάς και λέει του Σήφη:
- Καλά, ρε κουμπάρε! Γιατί δεν μου λες από την αρχή ότι ο σκύλος σου... ήταν ορθόδοξος;




Τυχαίο ανέκδοτο

Ο μπάρμαν και ο γάϊδαρος

Μια μέρα μπαίνει ένας γάιδαρος μέσα σε ένα μπαρ και φαινόταν πολύ στεναχωρημένος. Ζητάει ένα ποτό το πίνει και αρχίζει να κλαίει. Έκλαιγε μια ώρα, δυο ώρες, τρεις ώρες και δεν σταματούσε. Τα παίρνει ο μπάρμαν και αρχίζει να τον παρακαλάει, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, δεν πειράζει, κάνε κουράγιο, ότι κι αν είναι θα περάσει, τίποτε αυτός. Αφού τα δοκίμασε όλα ο μπάρμαν, λέει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να κλαίει θα του δώσει 50 χιλιάρικα. Σηκώνεται τότε ένας, πλησιάζει τον γάιδαρο, του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί και αυτός ξεκαρδίζεται στα γέλια. Δίνει ο μπάρμαν τα πενήντα χιλιάρικα στον πελάτη. Ο γάιδαρος όμως συνέχισε να γελάει και δεν σταματούσε με τίποτα. Μετά από καμιά ώρα και αφού τα είχε πάρει άγρια ο μπάρμαν, ξαναφωνάζει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να γελάει θα έχει άλλα πενήντα. Ξανασηκώνεται ο ίδιος πελάτης, ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του γαιδάρου και βγαίνουν έξω από το μπαρ. Μετά από λίγα λεπτά μπαίνουν μέσα και ο γάιδαρος ξαναρχίζει να κλαίει. Αγανακτισμένος ο μπάρμαν δίνει τα λεφτά στον πελάτη αλλά τον ρωτάει τι είπε στο γάιδαρο και τον έκανε στην αρχή να γελάει και μετά να κλαίει. Οπότε του λέει ο πελάτης:
Στην αρχή του είπα πως τον έχω μεγαλύτερο από τον δικό του. Και μετά; ρωτάει ο μπάρμαν. Και μετά του τον έδειξα.