Μια κοπέλα φέρνει σπίτι το φίλο της να τον γνωρίσει στους γονείς της , μια που αποφάσισαν να παντρευτούν .
- Ποια είναι λοιπόν τα σχέδιά σου ; ρώτησε ο πατέρας της κοπέλας .
- Έχω πάρει υποτροφία για το Πανεπιστήμιο , απάντησε ο νεαρός .
- Υποτροφία .... μμμμμ .... Αξιοθαύμαστο , αλλά πως θα μπορέσεις να παράσχεις στην κόρη μου ένα σπίτι για να ζήσει όπως έχει συνηθίσει ;
- Θα μελετήσω σκληρά κι έχει ο Θεός .
- Και τι θα κάνεις για να προσφέρεις στην κόρη μου το δαχτυλίδι αρραβώνων που της αξίζει ;
- Θα αφοσιωθώ στις σπουδές μου κι έχει ο Θεός .
- Και παιδιά ; Πως θα μπορέσεις να συντηρήσεις παιδιά ;
- Μην ανησυχείτε κύριε , έχει ο Θεός .
Η όλη συζήτηση συνεχίστηκε έτσι και κάθε φορά που ο πατέρας της κοπέλας ρωτούσε κάτι , ο ιδεαλιστής γαμπρός επέμενε ότι έχει ο Θεός .
Αργότερα η μητέρα της κοπέλας ρώτησε τον άντρα της :
- Πως πήγε η κουβέντα σας ;
- Δεν έχει δουλειά , δεν έχει σχέδια για το μέλλον αλλά τουλάχιστον πιστεύει ότι είμαι Θεός .
" Η μητέρα έχει αγανακτήσει πια με τις διαβολιές του μικρού γιού της , που δεν της δίνει ούτε στιγμή ησυχίας και τον ρωτάει :
- Δε μου λες εσύ . Με τέτοια συμπεριφορά , πώς περιμένεις να πας στον παράδεισο ;
Ο μικρός το καλοσκέφτηκε για λίγο και μετά της απάντησε :
- Να σου πω . Θ αρχίσω να τρέχω μέσα - έξω , μέσα - έξω και θα χτυπάω την πόρτα δυνατά κάθε φορά , έτσι ώστε ο Aγιος Πέτρος ν αγανακτήσει και να πει :
« Για τ όνομα του θεού , Δημητράκη , ή έλα μέσα , ή μείνε έξω , αλλά πάψε να πηγαινοέρχεσαι » .