Ένας φαντάρος πηγαίνει στο σπίτι του με το τρένο. Σε μια στάση, μπαίνει στο βαγόνι ένας αξιωματικός. Τότε ο φαντάρος σηκώνεται από τη θέση του, όμως ο αξιωματικός του λέει:
- Όχι, παιδί μου, κάθισε.
Οπότε ξανακάθεται ο φαντάρος. Στην επόμενη στάση ο αξιωματικός ακόμη στέκεται όρθιος. Σηκώνεται λοιπόν πάλι ο φαντάρος, και ο αξιωματικός πάλι του λέει να μείνει καθισμένος. Αυτό συνεχίζεται για δυο στάσεις ακόμα. Στην επόμενη πάει πάλι να σηκωθεί ο φαντάρος και όταν ο αξιωματικός του λέει να ξανακαθίσει, απαντάει:
- Αμάν πια, κύριε αξιωματικέ! Αφήστε με! Έπρεπε να είχα κατέβει εδώ και τρεις στάσεις!!!
Βλέπει ένας μια συκιά με πολλά σύκα και μπαίνει στο περιβόλι να κλέψει.
Εκεί που είναι σκαρφαλωμένος πάνω στην συκιά, τον βλέπει η γιαγιά που έχει το περιβόλι και του βάζει τις φωνές:
- Βρε αλήτη, κατέβα από την συκιά!
- Βρε δεν με παρατάς, μην κατέβω και σε πηδήξω, της κάνει αυτός.
Η γιαγιά όμως δεν τρομάζει και του φωνάζει μέχρι που βαριέται αυτός, κατεβαίνει από το δέντρο και φεύγει.
- Δεν φτάνει που είσαι κλέφτης, φωνάζει αγανακτισμένη η γιαγιά, είσαι και ψεύτης!