Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Ελληνοαμερικάνων που έκαναν τις διακοπές τους
στην Ελλάδα, περπατούσε μια μέρα σ ένα πάρκο στο κέντρο της Αθήνας,
όταν τους σταμάτησε ένας αστυνομικός:
-Δε διαβάζετε τι λέει η πινακίδα; τους λέει βλοσυρά.
-Εμείς όχι διαβάζει καλά Ελληνικός! απάντησαν με σπασμένα ελληνικά οι
τουρίστες...
-Κι όμως εδώ γράφει "Απαγορεύεται να πατάτε τη χλόη. Πρόστιμο για τους
παραβάτες 1000 δραχμές".
Έκπληκτοι οι Ελληνοαμερικανοί λένε στον αστυνομικό:
-Χίλιες δραχμές; Τίποτας είναι... Εμείς στο Αμέρικα άμα πατήσως γκρασίδι
δίνως 50 ντόλαρς..
Και ο αστυνομικός:
-Μα κι εμείς αρχικά το είχαμε 20,000 δραχμές, κανένας όμως δε πατούσε κι
έτσι αναγκαστήκαμε να το ρίξουμε στις χίλιες.
Ήταν μια φορά μια οικογένεια χελώνων (μάνα, πατέρας, και τρεις γιοί) και αποφάσισαν να πάνε για πικ νικ. Ξεκίνησαν ένα ωραίο πρωί και περπατώντας μία μέρα, δύο μέρες, τρεις μέρες, βρήκανε ένα ωραίο λιβάδι. Στρώσανε μία κουβέρτα και βγάζοντας τα πράγματα είδαν ότι έλειπε το ανοιχτήρι για τις κονσέρβες. Λέει τότε ο πατέρας στον μικρό του γιό. Γιε μου να πας στο σπίτι να φέρεις το ανοιχτήρι.
Μικρός γιός: Δεν πάω θα φάτε!
Πατέρας: Σου υπόσχομαι ότι θα σε περιμένω.
Μικρός γιός: Δεν πάω θα φάτε!
Με τα πολλά όμως έφυγε. Πέρασαν τρεις μέρες αλλά δεν είχε γυρίσει. Τότε ο δεύτερος γιος άρχισε να διαμαρτύρεται ότι πεινάει. Υποσχέθηκα στον μικρό μου γιο ότι θα τον περιμένουμε λέει ο πατέρας. Πέρασε μία βδομάδα, δύο βδομάδες, ένας μήνας και άρχισαν να διαμαρτύρονται και οι άλλοι. Υποσχέθηκα στον μικρό μου γιο ότι θα τον περιμένουμε λέει πάλι ο πατέρας. Πέρασαν δύο μήνες ώσπου δεν άντεξε και ο πατέρας και λέει στους υπόλοιπους να ξεκινήσουν να τρώνε. Tότε ξεπετάγεται ένα κεφάλι πίσω από κάτι θάμνους και λέει:
Θʽ φάτε ε, δεν πάω!!!!