Χτυπάει το τηλέφωνο και το σηκώνει ο Τοτός:
- Ναι, λέει ψιθυριστά.
- Τότό, είμαι ο θείος Λουκάς. Μου δίνεις τον μπαμπά σου;
- Δεν μπορεί, έχει δουλειά, λέει ο Τοτός ψιθυριστά πάλι.
- Καλά, δως μου την μαμά σου.
- Δεν μπορεί, κι αυτή έχει δουλειά, λέει ο Τοτός ψιθυριστά πάλι.
- Ποιός άλλος είναι στο σπίτι;
- Ο αρχηγός της αστυνομίας.
- Καλά, δωσε να του μιλήσω.
- Δεν μπορεί, έχει δουλειά...
- Μα τί κάνουν όλοι αυτοί και έχουν δουλειά; απορεί ο θείος Λουκάς.
- Ψάχνουν να με βρουν...
Ένας νοικοκύρης με πολλά ελαιόδενδρα, υποσχέθηκε στους ελαιοτριφτάδες πως εκτός από την συνηθισμένη πληρωμή τους σε είδος, δηλαδή σε λάδι, που θα έπαιρναν από τον ιδιοκτήτη του ελαιοτριβείου, θα τους κάνει και τραπέζι "μπακαλιάρο με πατάτες", που θεωρούσαν παλιά σαν εξαιρετικό φαγητό.
Φαίνεται όπως πως μαγείρεψε τις πατάτες με το νερό που ξαλμύρισε τον μπακαλιάρο και κράτησε το περισσότερο μέρος του μπακαλιάρου για πάρτη του
Κάποιος από τους εργάτες του λέει τότε:
- Αφεντικό, είπες πως θα μας κάνεις τραπέζι μπακαλιάρο με πατάτες. Την μυρωδιά μπακαλιάρου την ακούω, μα μπακαλιάρο δε βλέπω.