Μία γριά περπατάει στο πεζοδρόμιο σέρνοντας δυό σακκούλες σκουπιδιών, μιά σε κάθε χέρι. Μιά από αυτές έχει μιά τρύπα χαμηλά και κάθε λίγο ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ βγαίνει και παρασέρνεται σιγά-σιγά από το ελαφρό αεράκι. Ένας αστυφύλακας το προσέχει και πηγαίνει προς το μέρος της γριάς λέγοντας...
- Γιαγιά, σου έπεσε ένα χαρτονόμισμα απο τη σακκούλα.
Η γριά σταματάει και λέει...
- Φτου σου, ήταν τρύπια. Ας τρέξω προς τα πίσω μήπως μπορέσω να μαζέψω μερικά.
Ο αστυφύλακας λέει...
- Εεεεπ, που πας; Που βρήκες τόσα λεφτά; Δεν πιστεύω να τα έκλεψες;
- Όχι, όχι να σου εξηγήσω. Το σπίτι μου και ο κήπος μου είναι ακριβώς δίπλα από το πάρκινγκ του γηπέδου και όταν έχει αγώνα, έρχονται πολλοί και κατουράνε τα λουλούδια μου. Έτσι και εγώ πηγαίνω πίσω από τα λουλούδια με το ψαλίδι του κλαδέματος και όταν κάποιος τη βγάζει γιά κατούρημα του λέω: ή δίνεις 20 ευρώ ή στην έκοψα!
- Χα, χα πολύ έξυπνο γιαγιά, λέει το όργανο της τάξης. Πολύ καλά τους κάνεις. Αντε να πας στο καλό... Α! και τι έχεις στην άλλη σακκούλα;
- Ε, δεν πληρώνουν και όλοι...
Ήταν μια άγρια τροπική ζούγκλα...
Ένας ιεραπόστολος έχοντας χαθεί, περιπλανιόταν μόνος. Όμως ξαφνικά ένα πελώριο λιοντάρι εμφανίστηκε μπροστά του! Τρομοκρατημένος αυτός αναπήδησε, ενώ το λιοντάρι τον κοιτούσε με ένα απειλητικό χαμόγελο. Τρέμοντας αυτός και προσπαθώντας να βρει την ψυχραιμία του, μίλησε στο λιοντάρι:
- Σε παρακαλώ!! Μη με φας!! Δεν είναι σωστό να βλάπτουμε τους άλλους!! Δεν πιστεύεις στο Θεό;
- Τι λες;! Μα φυσικά πιστεύω στο Θεο! είπε προσβεβλημένο το λιοντάρι.
Ο ιεραπόστολος τότε ένοιωσε ανακουφισμένος, ώσπου είδε το λιοντάρι να κάνει το σταυρό του και να λέει:
- Θεέ μου, σε ευχαριστώ πολύ για το φαγητό που έχω μπροστά μου. Αμήν!