Χειμώνας . Ένας ανωγειανός ξημερώθηκε στο καφενείο του χωριού παίζοντας χαρτιά και χάνοντας όλες τις οικονομίες της οικογένειας . Με βαριά καρδιά αποφασίζει να γυρίσει στο σπίτι . Ξάπλωσε με χίλιες προφυλάξεις δίπλα στη γυναίκα του προσπαθώντας να μην την ξυπνήσει . Η ζεστασιά όμως του κρεβατιού του ανέβασε στα ύψη τη λίμπιντο . Aρχισε λοιπόν να ψαχουλεύει τη γυναίκα του στα απόκρυφα σημεία . Αυτή τότε ξυπνάει και τον ρωτάει .
Ήντα έκαμες μπρε τα λεφτά ;
Έχασά τα , απαντάει αυτός .
Και έτουδα* μωρέ κακομοίρη γυρεύεις να τα βρεις ;
* έτουδα = εκεί
Ο δικαστής επαναλαμβάνει την κατηγορία:
- Χτυπήσατε τον αρχιεργάτη με το σφυρί στο κεφάλι και ισχυρίζεστε ότι αυτός σας το ζήτησε.
- Μάλιστα κύριε πρόεδρε. Μου είπε: "Τώρα θα βγάλω το σίδερο από τη φωτιά και μόλις κουνήσω το κεφάλι μου, εσύ χτύπα το με το σφυρί".