Συγχρονο Ελληνικο Λεξικο της νεολαιας

Tags: γκόμενα, πολύ, είναι, καλώς, έφαγα, ανεκδοτα αισχρα , lejiko neoleas , anekdota mexri skasmoy , le3iko neoleas

Πήρα fax : Tο κατάλαβα.
Μπάρκουλης είσαι; : Είσαι τρελός.
Βισματώθηκα : Έχω πολύ δουλειά.
Ποδανά : Διάλεκτος των νέων. ( ανάποδα )
Η goa : Η rave γκόμενα.
Έφαγα ήττα : Έπαθα σοκ.
Στην πίπα σου : Βούλωστο.
Την είδα Σορίν Ματέι : Έγινα πολύ κακός.
Μάτσας : Προδότης.
Με έδωσες : Με πρόδωσες.
Pamela : Η γυναίκα με το μεγάλο μπαλκόνι.
Κόντρα πλακέ : Η γυναίκα με το μικρό μπαλκόνι.
Σοβάτισμα : Ο αυνανισμός. (πεοπαλινδρόμηση)
Τον σακουλιάσανε : Τον πιάσανε, τον συλλάβανε.
Έφαγα φλας : Μου ήρθε ξαφνικά.
Κουκουρούκου : Δεν μπορούμε να Συνεννοηθούμε.
Τα πήρα στο κρανίο : Νευρίασα.
Μαδομούνι γίνετε : Τσακώνονται γκόμενες.
Στην ψύχρα : Στα ίσια, κατάμουτρα.
Χιόνι : Ασταθής χαρακτήρας.
Ο ακάλυπτος : Ο καραφλός.
Φλάσαρα : Μου ήρθε απότομα.
Κατέβασα παροχή : Αδιαφόρησα.
Τον έκανε εμετό : Τον τρέλανε.
Σπερματοκτόνο : απλησίαστη γκόμενα.
Μαρς : Ορμά.
Έγινα παζλ, χώμα : Κουράστηκα.
Βγάζω φανέλα, εφημερίδα : Διαδίδω.
Σαλούφα, μπακατέλα : άσχημη γκόμενα.
Νταλίκα : Αντρογκόμενα.
Μπερκέτι : Πάρα πολύ καλό
Τσάγια ,Τσίου : άντε γεια.
Κόλλησα : Κόλλησε το μυαλό μου.
Ο καρεκλάς : Ο βλάκας.
Φλόμπα : Ελεεινή γκόμενα.
Ο φιδέμπορας : Ο ψεύτης, ο απατεώνας.
Ο γκλίτσας : Ο βλάχος.
Τη σούταρα : Την έδιωξα.
Έφαγα πίκρα : Απογοητεύτηκα.
Absolut : H γκομενάρα.
Είναι φτέλι : Είναι ξεφτιλισμένη.
Παλεύουμε; : To λες αν δεις χοντρή γκόμενα.
Μπουρούχα : Η άσχημη γκόμενα.
Φρικάρισα : Τρελλάθηκα.
Ξέρει γαλλικά και πιάνο : Αυτός που μιλάει αισχρά.
Μην καρφώνεσαι : Μην προδίδεσαι.
Κάνει τον κινέζο : Κάνει πως δεν ξέρει.
Κάνει τον Σημίτη : Το ίδιο με το παραπάνω.
Φατσοκόφτης : Ο πορτιέρης των club.
Κουραδοκόφτης : Το τάγκα εσώρουχο.
Ο σπινταριστός : Ο βιαστικός.
Τον κόβω : Τον κοιτάω.
Ρετάρισα : Χάζεψα.
Τα είδα όλα : Έμεινα έκπληκτος.
Είναι ρούχλας : Είναι τεμπέλης.
Γιάφκα : Συγκέντρωση φίλων στο σπίτι.
Έκλεισε η φάση : Κανονίστηκε.
Την κάτσαμε : Την πατήσαμε.
Βούλγαρος : Φίλαθλος του ΠΑΟΚ.
Γαύρος : Φίλαθλος του Ολυμπιακού.
Βαζέλας : Φίλαθλος του Παναθηναϊκού.
Χανούμισσα : Φίλαθλος της ΑΕΚ.
Λέμε- και εννοούμε.
Χάλιας , χαλές , μανιαμούνιας : χαζογκόμενος.
Καλώς τον αδελφό Ξεφτίλα : καλώς τον κολλητό που είναι ομοϊδεάτης και ομοιοπαθής.
Ξελαμπικάρω : ξεδίνω.
Κάνε την , κόψε λάσπη , στρίβε : άδειασέ μας τη γωνιά.
Έφαγα αγγούρι / παλούκι : είχα πολύ δουλειά.
Τα βρήκα μπαστούνια : δυσκολεύτηκα.
Τα στύλωσα : πεισμάτωσα.
Την τίλιασα : έφαγα μέχρι σκασμού.
Έπαθα νίλα : την πάτησα.
Έχω δόντι : έχω μέσον.
Με κάρφωσες , με έδωσες , μου έκανες ματσακονιά : με πρόδωσες.
Πήγα για χόρτα , ή για μπίζα : την πάτησα.
Τον χόρεψε , τον έστειλε για τσάϊ : τον τρέλανε.
Ψιλικοκό , μανόγαλο : αυνανισμός.
Μπουζουριάζω , κάνω τσακωτό , φακώνω : συλλαμβάνω , πιάνω κάποιον.
Αμπλα - ούμπλα : ασυνεννοησία.
Πήρα κρανιωδώς , άναψαν κόκκινα : τσαντίστηκα.
Στην ξεφτίλα : πολύ φτηνά , ή πολύ εύκολα.
Η γκόμενα είναι " γεια σου " , ή " όπου " : είναι απλησίαστη.
Παντόφλα , τάβλα : γυναίκα με μικρό στήθος.
Μπεμπέκα : αντρογυναίκα.
Καϊνάρι : στραβοπόδα ή ξεφτιλισμένη γκόμενα.
Ταλιατέλα : πολύ άσχημη γκόμενα που το παίζει ωραία.
Σουρωτήρι , χωνί , αέρα - πατέρα , σταθμός υπεραστικών : γκόμενα χαμηλών ηθών.
Κατά του απέναντι στόχου βά - λααα - τε : ορμά.
Χάλασε το γρανάζι : κόλλησε το μυαλό μου.
Αγρότης : αγροτικό αυτοκίνητο.
Στόκος , bridge : ο κολλημένος.
(Κα)ρέκλας , ρεμπεσκές , ρούχλας : ο τεμπέλης.
Φεύγας , στροφίγγος : ο ασταθής τύπος.
Μάρτυρας του Αυνάν : ο μαλάκας.
Φευγάτος : ο παλαβός.
Εξάτμιση : ο πούστης.
Καμπριολέ , γκάμπριο , πλατείας : καραφλός.
Γιαούρτογλου , καραγκιοζοplayer : βλάκας , πανηλίθιος.
Καλώς το Ντάτσουν , καλώς τα ζαντολάστιχα : καλώς το βλάχο.
Αργύρης Χαλιλόπουλος , Χαλίλης , Γιαχαμπίμπης Γιαλελέλης : ο βλάχος που φορά ένα κάρο χρυσά τιμαλφή.
Ρόδας , γκάζιας , γκαζοφονιάς : μηχανόβιος.
Δίνω πασαπόρτι : διώχνω.
Την κάνω μπραφ : την κοπανάω.
Κάνω πάσα : στέλνω κάποιον σε κάποιον άλλον.
Έλα γεια : παράτα τα.
Έπαθα φρίκη , παρέδωσα πνεύμα , όλα είδον : τα έφτυσα.
Βάζω γκολ : τα καταφέρνω.
Έκατσε , ή (αγ)κάλιασε η φάση : κανονίστηκε.
Τσίσους Κράϊστ ( Chesus Christ ) , χεσμένος : αυτός που έχει πιει πολύ
τσίσα : τέλος.

Κι αλλα απο την ιδια κατηγορια

Ο σουπερμαν μεθυσμενος

Σ ένα μπαρ στον 30ό όροφο ενός ουρανοξύστη καθόντουσαν και τα έπιναν 2 τύποι. Ξαφνικά, γυρνάει ο ένα...

Ενα ζευγαρι στο γιατρο

Πάει ένα ζευγάρι στο γιατρό. Ο άντρας, που έχει και το πρόβλημα, κάθεται να τον εξετάσει ο γιατρός κ...

Ξυπναει το πρωι ενας τυπος

Ξυπνάει το πρωί ένας τύπος, πάει στην τουαλέτα, κάνει τη δουλεία του και πάει στον καθρέφτη να φτιαχ...

Το ξανανιωμα

Ένας ηλικιωμένος (γύρω στα 70) γερό ποτήρι πάει στο καφενείο της γειτονιάς του να πιει «κανένα» ποτη...

Chat